Η Αράχωβα όμως έχει το προνόμιο να βρίσκεται στις πλαγιές, ενός από τα πιο ξακουστά βουνά, του Παρνασσού, που άλλοτε ως κατοικία των Μουσών και άλλοτε ως ορμητήριο των Κλεφτοαρματολών, τραγουδήθηκε, όσο λίγα βουνά της πατρίδας μας.
Το κύριο είδος των Δημοτικών τραγουδιών που αναφέρονται στον Παρνασσό αλλά και στη Λιάκουρα, την ψηλότερη κορφή του (2457μ), είναι τα Κλέφτικα, με αναφορά στη δράση Κλεφτοαρματολών την περίοδο της Επανάστασης.
Συνήθως στα παλαιά Δημοτικά τραγούδια, ταυτίζεται η Λιάκουρα με τον Παρνασσό και δε γίνεται γνωστό αν με τη Λιάκουρα, αναφέρεται ο Παρνασσός στο σύνολό του ή μόνο η ψηλότερη κορυφή του.
Έτσι ο θρύλος και η ιστορία της Ρούμελης ανακλώνται στο στενόμακρο καραούλι των ουρανών της Λιάκουρας, όπου οι φυσιολάτρες χαίρονται την ασύγκριτη ομορφιά του Δωρικού τοπίου, καθώς και τον ήλιο να ξεπροβάλλει μέσα απ΄ τη θάλασσα ως τεράστιος φωτεινός δίσκος.
Φυσικά υπάρχουν και αρκετά νεότερα τραγούδια που υμνούν τις φυσικές ομορφιές του Παρνασσού, και τα κατατάσσουμε στην κατηγορία: Διάφορα Δημοτικά τραγούδια.
Ο Νικόλαος Πολίτης το χρονολογεί στα 1792 και το τραγούδι αναφέρεται στην κάθοδο του ξακουστού Λοκρού καπετάνιου Αντρέα Βερούση, πατέρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, απ΄ τα ορεινά λημέρια του Παρνασσού, στις κορφές της Λιάκουρας και στα στρατόπεδα του κάμπου, για να συμπολεμήσει με το Λάμπρο Κατσώνη, απ΄τη Λιβαδειά, τους Τούρκους
«O ονομαστός πολέμαρχος της Στερεάς Ελλάδος, ο Λοκρός Ανδρίτζος, ο πατήρ του Οδυσσέως, καταλιπών τα ορεινά σκηνώματα αυτού, συνεπολέμει μετά του Λάμπρου Κατσώνη, μέχρι της παρά το Ταίναρον ήττης (1792), ότε χωρισθείς αυτού διέσχισεν, ηγούμενος 500 ανδρών, κατά μήκος την Πελοπόννησον, και επί τεσσαράκοντα ημερονύκτια πολεμών προς τους διώκοντας αυτόν εξακισχιλίους Τούρκους, κατώρθωσε να διαπεραιωθή εις Πρέβεζαν, φονεύσας υπέρ τους 1500 εχθρούς, αυτός δ' απολέσας το πέμπτον περίπου των υπ' αυτόν πολεμιστών».
Κανείς άλλος κλέφτης δε δοξάστηκε και δεν τραγουδήθηκε τόσο, όπως ο Ανδρίτσος!
Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,
-η κλεφτουριά τ' αρνήθηκε και ροβολάει 'ς τους κάμπους.
Η Γκιώνα λέει της Λιάκουρας κ’ η Λιάκουρα της Γκιώνας.
πού να ναι, τι να γίνηκαν οι κλέφταις οι Ανδριτζαίοι;
Σαν πού να ψένουν τα σφαχτά, να ρήνουν 'ς το σημάδι,
σαν ποια βουνά στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια;
-Τι να σου πω, μωρέ βουνί, τι να σου πω, βουνάκι,
τη λεβεντιά τη χαίρονται οι ψωριασμένοι κάμποι.
τους κάμπους τους στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια."
Κ' η Λιάκουρα σαν τ' άκουσε βαριά της κακοφάνη.
Τηράει ζερβά, τηράει δεξιά, τηράει κατά τη Σκάλα.
"Βρε κάμπε αρρωστιάρικε, βρε κάμπε μαραζάρη,
με τη δική μου λεβεντιά να στολιστής γυρεύεις;
Για βγάλε τα στολίδια μου, δώ μου τη λεβεντιά μου,
μη λειώσω ούλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω».
δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,
η κλεφτουριά τ’ αρνήθηκε και ροβολάει στους κάμπους.
Η Γκιόνα λέει της Λιάκουρας , κι η Λιάκουρα της Γκιόνας:
πού να ΄ναι, τι να γίνονται, οι κλέφτες Ανδρουτσαίοι;
Σαν πού να ψένουν τα σφαχτά, να ρίχνουν στο σημάδι;
Ποιούς κάμπους να στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια;
-Τι να σου πω, βρε Λιάκουρα, τι να σου πω, βουνό μου,
την κλεφτουριά την χαίρονται οι ψωριασμένοι κάμποι.
Τηράει δεξά, τηράει ζερβά, τηράει κατά τον κάμπο.
με τη δική μου λεβεντιά να στολιστείς γυρεύεις;
Για βγάλε τα στολίδια μου, δώσ’ μου τη λεβεντιά μου,
μη λιώσω όλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω!»
Να μη σε μάλωσε κανείς, να μη σε παραπήρε;
-Ουδέ κανείς με μάλωσε, ουδέ με παραπήρε,
Η κλεφτουριά μ’ αρνήθηκε κι’ η δόλια η συντροφιά μου
Πούχα το βράδυ συντροφιά και την αυγή κουβέντα.
Χορτάριασαν οι βρύσες μου, κλείσαν τα μονοπάτια
Και τα γιατάκια των κλεφτών βαριά αναστενάζουν…»
Στη συλλογή «Ρωμαίικα τραγούδια» του Passow Arl., υπάρχουν πολλές παραλλαγές που αναφέρουν τη Λιάκουρα σαν το απάτητο κρησφύγετο των Ανδρουτσαίων (μεταξύ του 1770-1790).
Και στα Βαρδούσια τα ψηλά πώχουν ταις καταβότραις,
Εσώσανε την κλεφτουριά τους μαύρους Ανδρουτσαίους,
Τον Δρόσο τον περήφανο, το Γιώργο Μωραϊτη
Το Γιάν’ από τους Ξυλικούς και τον Βλαχοθανάση,
Πούταν μπαϊράκι στα βουνά και φλάμπουρο στους κάμπους,
Κι ανάμεσ’ απ΄ τον ταϊφά πανώρια κυπαρίσσια..............».
Πού να μαλώσουν τα βουνά, να κλαίνε τα καϋμένα.
Κ' η Λιάκουρα της Λιβαδειάς κ' η Κιόνα των Σαλώνων.
Και τα Βαρδούσια τα ψηλά λένε της Καταβόθρα.
5 Μωρέ βουνί, κακό βουνί, πουτάνα Καταβόθρα
που έσωσες την κλεφτουριά, τους μαύρους Ανδρουτσαίους.
Τον Γιαν' από τους Ξυλικούς, τον Γιώργο Μωραϊτη,
Τον Δρόσο τον περήφανο με τοιν Βλαχοθανάση,
Πούταν μπαράκι στα βουνά, και φλάμπορο στους κάμπους.
10 Σιγούρεψαν τα βουνά,σιγούρεψαν κ' οι κάμποι
Σιγούρεψε κ' η Λειβαδιά με τ' άμορφα κορίτσια".
T’ Ανδρούτσ’ η μάνα θλίβεται, τα’ Ανδρούτσ’ η μάνα κλαίει.
Με τα βουνά της Έγριπος και σεις βουνά της Κιόνας
Και σεις βουνά της Λιάκουρας οπούστε λυπημένα
Και σεις κορίτσια του Δαδιού να λεροφορηθήτε
Ανδρούτσος αποκλείστηκε στο μέγα μοναστήρι.
Δώδεκα μέραις πολεμά, δώδεκα μερονύχτια.
Φέρνουν τόπι απ΄την Έγριπο, κανόνι απ΄την Αθήνα.
10 Να ρίξουν να χαλάσουνε το μέγα μοναστήρι
Κι Ανδρούτσος έτρωγ΄ έπινε και στρίφτει το μουστάκι.
Μουστάκι μου καραμπογιά και φρύδια μου γραμμένο
Και τον Τσαούση τούκραξε, κρυφά τον κουβεντιάζει
Τσαούση μοίρασ' το ψωμί και φτάσε το φαϊμας
15 Γιουρούσι θε να κάμωμε για να εβγούμε όξω.
Και βρίσκει φίδι δυνατό και χάλασε το κάστρο.
Κ' επάτησαν κ' εχούιξαν, βάνουν μπροστά τους Τούρκους.
Πιάνουν πασάδες ζωντανούς, μπέιδες σκοτωμένους.
Κι Ανδρούτσος εχουχούτισε με το σπαθί στο χέρι
20 'Εδών Ανδρούτσος ξακουστός, Ανδρούτσος ξακουσμένος.
Μένα με ξερ' ο βασιλιάς, με ξερ' ο κόσμος ούλος.
Με ξέρουν και τα Τρίκερα που τάχω γω καυμένα»
Στο μακροσκελές ποίημα αρ. XLVI, περιγράφεται όλη η ζωή του Ανδρίτσου από το λημέρι στο βουνό μέχρι το κατέβασμα στα καράβια του Κατσώνη και τον τραγικό του θάνατο στην Πόλη, η Λιάκουρα αναφέρεται δύο φορές, ως το κατεξοχήν λημέρι του ήρωα:
……………………………………………………………………
9 «Κι ο Ανδρούτσος εξεχείμασε στου Τσαρλαμπά* τα σπίτια
-Παιδιά, μας πήρ’ η άνοιξη, μας πήρε καλοκαίρι
Να βγούμε πάνω στα βουνά, στου Λιάκουρα τη ράχη.
Να γράψω μια πικρή γραφή, κι ένα κομμάτι γράμμα.
Να στείλω μεσ΄ τη Λιβαδειά, να στείλω μεσ΄τη Θήβα.
Γρήγορα το μουρασελέ, να γίνω καπετάνιος,
να παραστέκ' αρματολός, σ΄ ούλα τα βιλαέτια.
……………………………………………………………………
46 Ανδρούτσο μ΄ για δεν φαίνεσαι τούτο το καλοκαίρι,
Να βγής ψηλά στην Λιάκουρα στα κορφοβούνια
Να στείλης τα μπουλούκια σου σ’ ούλα τα βιλαέτια
Μ' ούδ' είναι μ' ουδέ φαίνεται, μούδε χαρτί τους στέλνει.
Κύριε μου, τι να γίνηκε ο καπετάν Ανδρούτσος
ούλος ο κόσμος καρτερούν κι η μάνα του παντέχει».
Να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις κοντοραχούλες.
Η Λιάκουρα της Λιβαδειάς κ’ η Γκιώνα των Σαλώνων
Και τα Βαρδούσια τα ψηλά κ’ η παλιό- Καταβόθρα.
Που σώσατε την κλεφτουριά, τους δόλιους Ανδρουτσαίους,
Τον Δρόσο τον περήφανο τον πολυξακουσμένο
πόχει τις πέντε αδερφές, τις πολυξακουσμένες.
Η μια τον κλαίει την αυγή κι άλλη το μεσημέρι
κοντά το γλυκοχάραμα, τον κλαιν, κι οι πέντε αντάμα».
στην περίοδο 1770-1790, για το «μάλωμα» των Ρουμελιώτικων βουνών, επίσης χρησιμοποιούνται και σε άλλα κυρίως Ανδρουτσαίικα τραγούδια με παραλλαγές διάφορες.
Όμως, σε παλαιά δημοτικά τραγούδια ονομάζεται Λιάκουρα και, σπάνια Λιάκουρη, ολόκληρος ο Παρνασσός, χωρίς να λείπουν και τα τραγούδια που αναφέρουν την ονομασία Λιάκουρα και Λιάκουρας αδιασαφήνιστα για το βουνό στο σύνολό του, ή την κορυφή του.
Στη Ρούμελη χρωστιόταν το πρωτοφανέρωμα της κλεφτουριάς. Ήταν το ανάγλυφο των απόκρημνων βουνών της Γκιώνας, της Λιάκουρας (Παρνασσός), της Παλιοβούνας (Ελικώνας), των Βαρδουσίων (Κόρακας), της Καταβόθρας (Οίτη), του Βελουχιού (Τυμφρηστός),της Γκούρας (Όρθρυς), που αποτελούσε πόθο του κάθε κλέφτη να λημεριάσει στα θεόψηλα, απάτητα βουνά της Ρούμελης. Άρα επόμενο ήταν να «μαλώνουν» τα βουνά μεταξύ τους.
να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις κοντοραχούλες!
Η Λιάκουρα της Λειβαδιάς κι η Γκιώνα του Σαλώνου,
και τα Βαρδούσια τα ψηλά κι οι παλιο-Καταβόθρες,
που σώσανε την κλεφτουριά και τους καπεταναίους,
το Δρόσο τον περήφανο, το Φλώρι το λεβέντη,
το Γιάννη από τους Ξυλικούς που είχε πέντε αδερφάδες.
Η μια τον κλαίει το πρωί κι οι δυο το μεσημέρι,
κι απάν’ στο γέρμα του ηλιού τον κλαιν ούλες αντάμα,
στα παραθύρια κάθονται τους κάμπους αγναντεύουν».
Να κρένουν τ’ άγρια βουνά κι αγνάντια να ρωτιούνται
Η Λιάκουρα της Λιβαδειάς, η Γκιώνα του Σαλώνου,
Και τα Βαρδούσια τα ψηλά πόχουνε τες καταβόθρες
Που γέννησαν την κλεφτουριά και τα καπετανάτα
Τον Δρόσο τον περίφημο κι αυτούς τους Ανδρουτσαίους.
Η Γκιώνα λέει της Λιάκουρας: -Βουνό ψηλό και μέγα
ριξ’ ένα μάτι γύρω σου να ιδής που νάναι οι κλέφτες,
οι κλέφτες κ’ οι αρματωλοί κι αυτοί οι Ανδρουτσαίοι.
Στους κάμπους παίζουν τα σπαθιά και ρίχνουν το λιθάρι…».
να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις κοντοραχούλες
Άει δρουσούλαμ άι
Η Λιάκουρα της Λειβαδιάς κ΄ Γκίωνα του Σαλώνουν
κι τα Βαρδούσα τ΄αψηλά έμορφες καταβόθρες
Αει δροσούλαμ΄άει
Τους κλιέφτες τι τους κάματε αεί μαρή δροσούλαμ΄αει
Στου Ζιμινό τς παένανε κεφάλια να τσου πάρουν».
Εκτός απ΄ τους Ανδρουτσαίους που λημέριαζαν στη Λιάκουρα, ο Παρνασσός στάθηκε απάτητο κάστρο για πολλoύς κλέφτες και καπεταναίους, όπως σημειώνει ο ιστορικός Τάκης Λάππας στο βιβλίο του «Η Αράχωβα του Παρνασσού» σελ. 45. :
«Λημέριασαν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που είχαν ιάσει το κλαρί για να εκδικηθούν τον κατακτητή. Κι η Αράχωβα ήταν το χειμαδιό τους. Από’ δω ξεχύνονταν για τις εθνικές τους ‘ κεινες εξορμήσεις.
Ποιος δεν λημέριασε στον Παρνασσό, ποιός δε στάθηκε για ξεχειμώνιασμα στην Αράχωβα. Ο Χρήστος Μηλιώνης απ’ τη Δωρίδα, ο Αστραπόγιαννος απ’ τηην Αγία Θυμιά, ο Κωνσταντάρας απ’ τα Σάλωνα, ο Μήτρος Βλαχοθανάσης απ’ τη Βουνιχώρα, οι Κατσουδαίοι, ο Βλαχαρμάτας Βέργος, με το Λάμπρο Τσεκούρα….
Ο Αλέξης Ρουμάνης γνωστός με το όνομα Καλόγερος απ’ τα Σάλωνα, ο Χρόνης Λευκαδίτης απ’ το Λιδωρίκι, ο Λουκάς Καλιακούδας…»
το να τηράει τη Λιάκουρα, και τάλλο την Κωστάρτσα,
το τρίτο το καλύτερο ρωτάει τους διαβάταις:
"Διαβάταις πού διαβαίνετε, στρατιώταις πού περνάτε,
μην είδετε τς αρματωλούς και το Βλαχοθανάση,
που γέρασεν αρματωλός, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος;
-Εμείς προψές τον είδαμε 'ς τον Έπαχτον απόξω,
δυο μέραις επολέμαγε με Τούρκους τρεις χιλιάδες."
"Ανδρούτσο, τί κλειστήκαμε, σα νά μαστε γυναίκες;"
Το γιαταγάνι τραύηξε κ’ ένα γιουρούσι κάνει.
Του πέφτουν βόλια σα βροχή, κανόνια σα χαλάζι.
Τρεις μπάλαις του ερρήξανε, πικραίς φαρμακωμέναις.
Ή μια τον πήρε 'ς το λαιμό η άλλη μέσ' 'ς το χέρι,
Κ’ η τρίτη η φαρμακερή τον ηύρε 'ς το κεφάλι.
"Κόψτε μου το κεφάλι μου, νά χετε την ευχή μου!»
"Παιδιά, τραυάτε, τα σπαθιά, κι' αφήτε το ντουφέκι,
να μη μας πάρη η Τουρκιά του Βλάχου το κεφάλι,
που γέρασεν αρματωλός, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος."
θυμήθηκες τα νιάτα σου, κ' επήρ' ο νους σ' αγέρα,
και τώρα το κεφάλι σου το πήρανε οι Τούρκοι.
Το σεργιανάνε 'ς τα χωριά και παίρνουνε μπαξίσι,
‘ς τα Σάλωνα οι μπέηδες χούφταις φλωριά κερνάνε».
Μεταξύ αυτών τα αδέρφια Λάμπρος και Μήτρος Τσεκούρας απ΄το Γαλαξείδι, ο Βέργος Βλαχαρματάς απ΄ το Μαυρολιθάρι, ο Χρίστος Μηλιόνης απ΄το Λιδωρίκι και άλλοι. Σε όσες συμπλοκές έκαναν με τους Τούρκους, στο Λιδωρίκι και το Μαλανδρίνο, τους συνέτριψαν, μεταξύ αυτών και τον Τσακίρ Μπέη.
Ο Λάμπρος Τσεκούρας αφού μάζεψε τους λαβωμένους, μεταφέροντας τους στο Γαλαξείδι στη συνέχεια λημέριασε στον Παρνασσό, όπου και επιτίθετο συχνά στους Τούρκους, σφάζοντάς τους.
Όταν είδε ο Μπέης των Σαλώνων ότι το κυνηγητό των Τσεκουραίων δεν απέδιδε, σκέφτηκε ένα δολερό τέχνασμα.
Για να ησυχάσει απ΄τους κλέφτες που λημαίνονταν την περιοχή, κάλεσε τους Τσεκουραίους να πάνε να προσκυνήσουν στα "Σάλωνα", τάζοντάς τους λεφτά κι αξιώματα.
Μα μπρος στη γερο Λιάκουρα γέρνουν και προσκυνάνε.
Ένας μεγάλος σταυραϊτός εκεί ψηλά βιγλίζει
Κρατεί στα νύχια του σπαθί κορώνα στο κεφάλι
Και κει που εξανάγναντευε ψηλά στη Καταβόθρα
Βλέπει κορμί ανθρώπινο αιματοκυλισμένο.
-Ποιος είσαι συ πού πάτησες του Λάμπρου το λημέρι
Αυτός(1) και ‘γω ορίζουμε της Λιάκουρας τα χιόνια
Της Λιάκουρας σταυραετέ, μονάκριβό μου ταίρι…»
« αυτός και γω ορίζουμε της Λιάκουρας τα χιόνια».
χαιρέτα μου την κλεφτουριά κι ούλο τ' αρματολίκι.
Το Γιάννη το Βρικόλακα, το Χρίστο το Μηλιώνη.
τον γκαρδιακό μου σύντροφο, το Βλαχαρμάτα Βέργο.
Άνοιξε τις φτερούγες του ο σταυραιτός και πάει.
Επήρε δίπλα τα βουνά, παρανταριά τους κάμπους,
και ήρθε και ξεψύχησε στου Λάμπρου το λημέρι".
Στην επανάσταση των Ορλωφικών οι κλέφτες με επικεφαλής τον καπετάν- Ζήδρο, πολέμησαν τους Τούρκους και κατέφυγαν στο Αιτωλικό, όπου η πολιορκία διήρκησε 3 μήνες , υποφέροντας από πολλές κακουχίες.
Επέστρεψαν όμως στον Όλυμπο και στην ευρύτερη περιοχή, οπότε και αμνηστεύθηκαν με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή στα 1774.
Ο καπετάν Ζήδρος έφερε τον τίτλο: " Έξαρχος του Ολύμπου και της Δυτικής Μακεδονίας". Πέθανε στα 1750.
Κι όλο τον κόσμο τον καλεί και τα καπετανάτα.
Το Λάπα δεν τον κάλεσε γιατείν' αμαχεμμένος.
Και όλοι πιάνουν κάλεσμα κριάρια με κουδούνια,,
5 Κι ο Λάπας πάει ακάλεστος, σα μήλο αραμένο.
Σα μήλο, σα δαμάσκηνο, σα δροσερόσταφύλι.
Κι αυτήνος πάει κάλεσμα εν' ασημένιο 'λάφι.
Στ' ασήμι και στο μάλαμα και στο μαργαριτάρι.
Κι η Ζήδραινα τον καρτερεί μ' εννιά λογιών παιχνίδια.
10 Καλώς τον Λάπα πώρχεται, τον καπετάνιο Λάπα.
Πούναι στους κάμπους φλάμπαρο, στους κλέφταις κυπαρίσσι.
Πούναι και στο βλάχο, ...σερντάρης στα κορίτσια.
... Εγώ δεν ήλθα για φαϊ, δεν ήλθα για τραγούδια,
τη νύφη όπου πήρατε, θα την επάρω πίσω.
15 Την θέλω για του λόγου μου και για τον αδελφό μου.
Να μην το κάμης Λάπα μου, χρυσέ μου καπετάνιο.
Θε να το μάθει ο ντουνιάς, θε να το μάθ' ο κόσμος.
Σήκω νυφούλα μ' κι άλλαξε, σήκω και καβαλλίκα.
Και να σε πάω στο σπίτι μου, να σε πάω στ' αδελφή μου.
20 Άφσε μ' αφέντη μ' άφσε με χρυσέ μου καπετάνιο.
Και μη με πας στην μάνα σου, μήτε στην αδελφή σου.
Έχω λεβέντη αδελφό, λεβέντη παλληκάρι.
Και δεν σε πάω αστεφάνωτη, σε πάω στεφανωμένη.
Εγώ μ’ ο Λάπας ξακουστός, ο Λάπας ξακουσμένος.
Μένα με ξερ’ ο Έλυμπος, με ξέρ’ η Κατερίνη
μ’ ξερ’ η μαύρη Λιάκουρα, που τοχ’ αρματωλίκι».
νάθε καούν τα Σάλωνα, του μπέη τα σεράγια
σκοτώσαν τον καλόγερο, τον καπετάν Αλέξη.
Στη Φήβα καν' αρματολός, στη Φήβα κάνει κλέφτης
κι αυτού μέσα στα Σάλωνα, τον κάνουν καπετάνιο.
Μέρα και νύχτα περπατεί, μέρα και νύχτα τρέχει.
Και Τούρκους δεν αντάμωνε, Τούρκους δεν ανταμώνει.
Κι ο μπέης τον προβόδισε και τούστειλε το γράμμα.
Νάρθεις μεσ΄' τα σεράγια μου, νάρθεις να ανταμωθούμε.
Σκιάζομαι μπέη, σκιάζομαι,κι απ΄την απιστιά φοβάμαι.
Βάλε το φέσι σου στραβά, κακό μη βάν' ο νους σου.
Δεν ειν' ο μπέης ξακουστός, είναι ο Τσάκη Οβάκη.
Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν ακούει.
Βλέπει τις πόρτες κι έκλεισαν και κλείνουν το σαράγι.
Πέφτουν ντουφέκια από μακριά, ντουφέκια από τις πλάτες.
Σκότωσαν τον καλόγερο, τον καπετάν Αλέξη.».
Μεγάλος ήταν ο χαλασμός που ακολούθησε το θάνατο του καπετάν - Αλέξη, καθώς ήταν μια ξεχωριστή φυσιογνωμία στο χώρο των κλεφτών που είχαν τσακίσει την Τουρκιά.
Ο καλόγερος καπετάν- Αλέξης, σκοτώθηκε με μπαμπεσιά στα Σάλωνα «στου Μπέη το σεργάι», ξεψυχώντας δε, έστειλε μήνυμα στον οπλαρχηγό της Φωκίδας Γιάννη Δυοβουνιώτη, να φυλάγεται απ΄τους Τούρκους, μέσω των πουλιών της Λιάκουρας, όπως μας εξιστορεί στο σχετικό τραγούδι:
Και συ πετρίτη γλήγωρε που πας σταις καταβόθραις
Χαιρέτα μου την κλεφτουριά, το Γιάννη Δυοβουνιώτη
Toύρκους να μην πιστέψουνε κι αγάδες Σαλωνίτες
Τούρκους να μη πιστέψουνε κι αγάδες Σαλωνίταις
5 Γιατί πιστεύτηκα κ' εγώ στο γιο του Μουσταφάγα
και τώρα κείτομαι στη γη , κορμί δίχως κεφάλι,
Δίχως τα παλληκάρια μου και δίχως τ' άρματά μου».
«Ο Μιχάλης ξεκίνησε με χίλιους πεντακόσιους,
Και παίρνει ντέβρι τα χωριά, ντέβρι τα βιλαέτια
Κ’ επήγε και τον εύρηκε στη Λιάκουρα στη ράχη».
θέλω κ' εγώ να σ' αρνηθώ και δε μ' αφήνει ο πόνος.
με το πλατύ πουκάμισο, με τάσπρο σου ποδάρι,
5 χαμήλωσε την μπόλια σου και σκέπασε τα φρύδια,
να μη φανούνε τα φιλιά, να μη σε καταλάβουν,
και σε ζηλέψουν τα πουλιά, της άνοιξης ταηδόνια.
τι θα την κάμω πεθερά, τι θα την κάμω μάννα.
να περπατάμε 'ς τα βουνά, 'ς της Λιάκουρας τα χιόνια,
να σαι τς αυγούλας η δροσιά και του Μαγιού η πάχνη,
και μέσα 'ς το λημέρι μου να λάμπης σαν την Πούλια».
« Η κλεφτουριά της Ρούμελης και τα τραγούδια της». (σελ. 18): «Ακόμα κι ο ερωτευμένος πρωτοκλέφτης της Δωρίδας Νίκος Λιακατάς ( ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ) με την κόρη του αρματολού της Βουνιχώρας ΑΛΙΚΟΥΡΗ, της παραγγέλνει να συναντηθούν πάνω στα βουνά ».
8) Για τον ανώνυμο κλεφταρματωλό
Αποτελούσε κρυφή και φανερή ευχή, όπως περιγράφει το κάτωθι τραγούδι:
Και ‘ς την καρδιά του χειμωνιού να ‘μουνα κρασοπούλος.
Μα πλιο καλά’ ταν να ‘ μουνα αρματωλός και κλέφτης.
Αρματωλός μεσ’ ς’ τα βουνά και κλέφτης μεσ’ ς’ τους κάμπους.
Να ‘ χα τα βράχια αδέρφια μου, τα δέντρα συγγενάδα
Να με κοιμάν οι πέρδικες, να μ’ εξυπνάν τ’ αηδόνια
Και ς’ την κορφή της Λιάκουρας να κάνω το σταυρό μου
να τρώγω Τούρκικα κορμιά , σκλάβο να μη με λένε».
9) Για τη σπουδαία μάχη της Αράχωβας, ο Στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης μας διέσωσε άλλο τραγούδι: (Εκτενής αναφορά στα Δημοτικά τραγούδια για την Αράχωβα).
Τόνα τηράγει τη Λειβαδιά,τάλλο κατ΄ την Φοντάνα,
Το τρίτο το καλύτερο μυργιολογάει και λέει.
«Τ’ είν΄ το κακό οπού γένεται κι’ η ταραχή η μεγάλη!
Εκίνησε ο Μουστάμπεης στην Αράχωβα να πάγη
Στη Δαύλεια ρίχνει το ορδί, στένει και τα τσαντήρια.
Τον μπαγιραχτάρη του έκραξε, κρυφά τον κουβεντιάζει.
«Σηκώστε τα μπαγιράκια μας ‘ στην Αράχωβα να πάμε.
Ρωμαίγους να σκλαβώσουμε, κεφάλια για να πάρω
Και να τα στείλω’ στον Πασιά, ‘σ τον Κιταγή βεζύρη»
Έλληνες τον τόπο πιάσανε, μουασερέ τον κάνουν,
Επτά ημέρες πόλεμο ‘σ τη λάκκα και ‘σ τα χιόνια
Άλλους τους πιάνουν ζωντανούς και άλλους τους σκοτώσαν».
10) Το τραγούδι του κλεφτοαρματωλού Δήμου Καλπούζου
(Εκτενή ανάλυση για τον Κομνά Τράκα και τους Αραχωβίτες κλεφτοαρματωλούς Καλπουζαίους, θα κάνουμε στην ενότητα Επανάσταση 1821- Μάχη Αράχωβας).
Η Αγόριανη κι η Λιάκουρα το σύντροφο τους χάνουν
Στο κύμα τον πελάγωσαν οι άπιστοι φονιάδες
Με το μαχαίρι στην καρδιά πού φέρνει τ’ όνομά του.
Η γης εσκίστη τρεις φορές για να τους καταπιεί.
Και πάλι τους εξέρναγε, δε θέλει τους φονιάδες.
Μαυροφορέστε σεις βουνά κι οι Αγοριανιτοπούλες.
Σε Τούρκους σας παράδωσαν οι άπιστοι φονιάδες»
«Συννέφιασαν οι ουρανοί
Λεβέντη μου
Κι αστροπελέκια ρίχνουν
Καλπούζο μου.
Η Αγόργιανη κι η Λιάκουρα
Καλπούζο μου
Τον σύντροφό τους χάνουν,
Καλπούζο μου
ς΄ το γαίμα τον πελάγωσαν
Καλπούζο μου,
Οι άπιστοι φονιάδες
Καλπούζο μου
Με το μαχαίρι ‘ς την καρδιά
Δημάκη μου.
Που φέρνει τ’ όνομά μου
Λεβέντη μου
Γιατί το είχαν ακριβό
Δήμο μου.
Ο Δήμος σαν κι εμένα,
Λεβέντη μου».
Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στον ερχομό του βασιλιά Όθωνα στην Αράχωβα στις 20 Σεπτεμβρίου 1834, μνημονεύεται και στα Δημοτικά τραγούδια Αράχωβας. Κρίναμε όμως σκόπιμο να το εξιστορήσουμε και στα Δημοτικά τραγούδια Παρνασσού, αφού αναφέρεται σχετικά το λήμμα : Παρνασσός.
Δημάρχου Αναγνώστη Λαζαρή (όπως σημειώνει ο Τ. Λάππας σελ. 84-96).
Το βράδυ, όταν επέστρεψε ο βασιλιάς απ΄το βουνό, η Ρεγγίνα Παπασταθοπούλου, τον καλωσόρισε με το κάτωθι τραγούδι:
« Καλώς το βασιλέα μας πώρχετ΄ απ΄το λιβάδι,
πώρχετ’ από τον Παρνασσό μες απ΄το Σαρανταύλι.
Και πως εκαλοπέρασες σήμερα στο λιβάδι;
Μάζου του Μάιου την δροσιάν και φτιάσ’ τήνε μιντέρι,
Τι θα διαβή ο βασιλιάς, να κάμη μεσημέρι.
Μάτια μυγδαλοσχισμένα.
Κι απ΄τον κόπο ντραλωμένα.
Το τι τραγούδι να σου πω, βασιλιά να σ΄ αρέση;
Πώχεις αγγελικό κορμί και δαχτυλίδι μέση.
Τα δυο σου μαύρα μάτια
Μ’ εκάνανε κομμάτια.
νοπού την έχ’ ο βασιλιάς μεσά στο περιβόλι.
Βέργα μου, ασημόβεργα κυπαρισσιού φουντάνι,
Να ζησ’ ο βασιλέας μας κ’ εμείς ας πάμ’ κορμπάνι.
Το κυπαρισσοκλώναρο, το μυρισμένο ξύλο,
νάναι κι ο βασιλέας μας, στο κάδρο και στο ψήλο.
Το κυπαρίσσι το ψηλό πού ναν΄ στην άγια Μαύρα,
ετσί κ’ η μέση του λιανή και τα μαλλιά σου μαύρα.
(Το παρακάτω τραγούδι το αναφέρουμε και στα Δημοτικά τραγούδια Αράχωβας (2), γιατί περιέχει και την Αράχωβα).
Στο βιβλίο «Συλλογή Δημοτικών Ασμάτων, παλαιών και νέων, μετά διαφόρων εικονογραφιών» του Αθανάσιου Ιατρίδου, εν Αθήναις 1859, γίνεται σχετική αναφορά με τη ληστοσυμμορία του Νταβέλη στο Ζεμενό Αράχωβας, όπως μας τα δίνει ακριβώς ο Ιατρίδης:
Μην ήθελ΄ έβγ’ ντερβέναγας; αυτός ο Γιάννης Μέγας.
Βάνει σφίγξι’ς τους πιστικούς, ς’ όλα τα μοναστήρια
Κλέφταις να μη διαβήκανε’ς της Λιάκουρας τα μέρη.
Δεν σουίπα Κακαράπη μου , και συ Χρήστο – Νταβέλη,
Σ ’τη Λιάκουρα να μη διαβής, λημέρι να μη κάμης.
Τ’ εύγαλε ο Μέγας’ ς τη χωσιά, (1*) με τους Αραχωβίταις.
Τους κυνηγ’ απ’ το ακρινό- νερό, (2) τους κλείει ς’ το Ντερβένι.
Και ο Φουντούκης ΄φώναξε με το Ζαφύρ’ αντάμα.
-Μέγα αν θέλης πόλεμο, και κλέφτικο ντουφέκι,
Έβγα να πολεμήσωμεν, αν ήσαι παληκάρι.-
-Συντρόφοι ‘βγάλτε τα σπαθιά, κι αφήστε τα ντουφέκια,
Σήμερα ή θα ζήσωμεν, ή όλοι θα χαθούμεν!-
Κ’ εις τα ταμπούρια πήδησε, με το σπαθί σ΄το χέρι.
Και τον Φουντούκην έκοψε, και τον Χρήστο- Νταβέλη.
Και ο Ζαφύρης το σκυλί, χαμ’ ήταν λαβωμένος.
Πικρό κουμπούρι ‘σήκωσε με το ζερβί το χέρι,
Μεσ’ς το στηθάκι τ’ το ΄ριξε, τ’ ούκαψε την καρδιά του.
Ψηλήν φωνήν εφώναξε, τριγύρω τους συντρόφους,
-Πού είσαι Ζγούρη ‘μ (3) αδερφέ, πού είσαι Μαυροδήμο;
Να ειπήτε της Ασήμως μου, της μοναχής μου κόρης.
Να μην αλλάξ’ της Παναγιάς, (4) μη βάλλη τα φλωργιά της.
Τ’ εμένα με σκοτώσανε, μέσ’ του Δερβέν την Κούλια!-
Τον κλαίουν χώραις και χωριά, και τον μοιρολογούνε,
Τον κλαίει κ’ η γυναίκα του, και χύνει μαύρα δάκρυα.
Σ’ το παραθύρι κάθεται, την Παναγιά (5) γναντεύει.
Τιί σε γυρεύ’ η συντροφιά, κι όλα τα παληκάρια.
Να τους μοιράσεις τα φλωριά, τα κλέφτικα τσαπράζια!
Να πάρης και τον ντάμπουρα, πικρά να τραγωδήσης.
Τον σκοτωμό σου Μέγα σου, να τον μοιρολογήσης.
-‘Γω τα τραγούδια μ’ τα’ άφησα μεσ’ του Δερβέν την Κούλια.
Εσείς πουλιά πετούμενα, εσείς πουλιά καϋμένα.
Περάς από το Παρνασσό, ψηλά’ ς τα βλαχοχώρια,
‘Πάγετε κι’ απ΄τη Ράχωβα, ς’ τη μέση ‘ς το παζάρι.
Εκεί ν’ ακούστε κλαύματα, δάκρυα και μοιρολόγια.
Ν’ ακούσετε δύο ορφαναίς, μάνα και θυγατέρα,
Πώς κλαίουν πώς μοιρολογούν, πώς θλίβονται για μένα!
Επεξήγηση αριθμών, του παράπανω τραγουδιού:
Η θέσις αύτη κειμένη προς τη διευθύνσει της πάλαι Σχιστής οδού, εν μέσω τριοδίας, και υπό τω όρει Παρνασσώ, καλείται νυν Ζεμενό., ένθα σώζεται ασημάντου τινός οικοδομήματος σώρευμα λίθων, σκοπιά άλλωτε υπό Τούρκων φυλαττομένη.
Επί της θέσης ταύτης οχυρωθείσα η διαβόητος ληστρική συμμορία κατεσφάγη ολοσχερής, ης τα πτώματα κατεπλακώθησαν εν τη ιδία θέσει υπό του σωρού των λίθων, εφ’ ω ετέθη και το εκ’ μαρμάρου επιτύμβιον του γενναίου Μέγα.
(4) Εις την μνήμην της Κοιμήσεως της Θεοτόκου τη 15 Αυγούστου, καθ΄ην τελείται και εμπορική πανήγυρις εν Λεβαδεία.
Γ. Διάφορα Δημοτικά τραγούδια
σ’ ένα δεντρί στον Παρνασσό
όρε σ’ ένα δεντρί στον Παρνασσό
έγειρα ν ‘αποκοιμηθώ.
όρεν ούτε έγειρα, ούτε πλάγιασα
όρε ούτε έγειρα, ούτε πλάγιασα
όρε ούτε τον ύπνο χόρτασα.
κι άκουσα πέρδικας λαλιά
όρε κι άκουσα πέρδικα λαλιά
κλαίει θρηνεί μες τα βουνά.
Τι έχεις πέρδικα και κλαις και κλαίς
και μένανε δεν μου το λες ».
έγειρα ν' αποκοιμηθώ
κι ακούω μιας πέρδικας λαλιά
μιας περδικούλας κλάμα.
Τι έχεις πέρδικα και κλαίς
και μένανε δεν μου το λες .
Με κυνηγάει ένας αετός
ένας ανθρώπινος εχθρός
θέλει να μου πιάσει τη φωλιά
που έχει μέσα τα πουλιά ».
Η τρίτη παραλλαγή
έγειρα ν'αποκοιμηθώ.
Κι ακούω μιας πέρδικας λαλιά
κλαίει θρηνεί μες τα βουνά.
Κλαίει και μένα η καρδιά
Που 'μαι από σένα μακριά ».
Το όνειρο του τσοπάνου
να ζήσω χρόνια αμέτρητα, να ζήσω μιλιούνια,
να 'χω το μάτι του αϊτού και του λαγού το άκου,
να διαλαλώ το τι θα δω χειμώνα καλοκαίρι
εδώ ψηλά στον Παρνασσό, εδώ ψηλά στο χιόνι.
των σταυραετών, των γκιώνηδων, της άσπρης γερακίνας,
να κρένω μ' όλα τα στοιχειά, κατεβατούς, βοριάδες,
και με τ' αγριολούλουδα του Παρνασσού στολίδια.
να ταγιαντάω στο βοριά, σ' όλα τα μοχλοβόρια.
και ν' αγναντεύω τα χωριά, τους κάμπους την Αθήνα,
να λέπω τον Ελλήσποντο της Πόλης το μπουγάζι,
τον ήλιο με τα κάλλη του, σαν βγαίν' απ' τη φωλιά του.
σαν τον χτυπάει ο βοριάς και τα στοιχειά της φύσης,
πώς ταγιαντάει κι ύστερα με δίχως κλαπατάρια,
πώς σέρνει απ' τη ρίζα του στης μαύρης γης το χώμα.
την Άνοιξη σαν έρχονται από τα καμποχώρια,
πώς φτιάχνουν τα γιατάκια τους, πώς φτιάχνουν τα κονάκια,
πώς στένουνε τ' απόσκια τους, πώς στένουν τους σταλούς τους,
τσελιγκοπούλες λυγερές, πώς παίζουν στα ρουμάνια
μ' όμορφα τσελιγκόπουλα τα ξένοιαστα παιχνίδια.
να δω πώς πήζει το τυρί, πώς φτιάχνει ξηροτύρια,
πώς φτιάχνει με ξυνόγαλο τη νόστιμη μυτζήθρα.
πώς φτιάχνει κλειδοπίνακα και ξύλινες κουτάλες.
την τσελιγκίνα δίπλα του, τους γιους του τις νυφάδες,
πώς κάθεται στον έλατο μ' αγγόνια και ξαγγόνια,
και λέει τραγούδια κλέφτικα, κλέφτικα παραμύθια,
να μολογάει για στοιχειά, για λάμνιες για θηρία,
κι όλοι να ακουρμάζονται με πόθο και λαχτάρα.
και πώς όλοι πλαγιάζουνε στο μαλακό γιατάκι.
και να 'βλεπα και να 'λεγα, ποτέ να μην τα σώνω».
«Συννέφιασε o Παρνασσός»
βρέχει στα καμποχώρια
και συ Διαμάντω μ᾿ άργησες
πού πας αυτήν την ώρα;
Πάω γι᾿ αθάνατο νερό,
γι᾿ αθάνατο βοτάνι.
Να δώσω στην ἀγάπη μου,
ποτὲ να μην πεθάνει».
Και στέκεις λυπημένος;
Μην ειν΄τα χιόνια σου βαριά
και τα νερά σου κρύα;
Δεν ειν’ τα χιόνια μου βαριά
και τα νερά μου κρύα.
Σαράντα βρύσες με νερό
κι εξήντα δυο πηγάδια,
δεν μου τον σβήνουν τον καημό
πόχω στα φυλλοκάρδια».
«Να ‘ μουν ελιά στο Σάλωνα…»
να’ μουν και στην Αράχωβα, δραγάτης στα κορίτσια.
Το μάθαν δυο ζουρλά παιδιά και περπατούν τις νύχτες.
Σέρνουν ψωμί για τα σκυλιά, κρέας για τα λιοντάρια,
σέρνουν και υπνοβότανο, υπνώνουν τα κορίτσια…».
να’ μουν και στην Αράχωβα δραγάτης στα κορίτσια.
Να είχα φωλία στο Παρνασσό, και στο Μοριά Λιμέρι.
Να φέρνει ο βλάχος το τυρί, βλαχούλα το χαμπέρι».
Εκεί ψηλά στον Παρνασσό, ψηλά σε μια ραχούλα
Οι βλάχοι κάνουν μια χαρά, παντρεύουν μια βλαχούλα.
Της δίνουν χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια,
της δίνουν προίκα αμέτρητη και ζηλευτά στολίδια.
«Μανούλα μ’ το χεράκι σου δώς΄μου να σ΄ το φιλήσω
Σ’ άλλα βουνά, σ’ άλλα χωριά θα πάω να κατοικήσω»
Παντρεύεται η Αναστασιά
Με το Μήτσο το λεβέντη
Κι αρχίνησε το γλέντι.
Στη σούβλα ψένουνε τα΄αρνιά
Παίζουν κλαρίνα και βιολιά
Και οι τσελιγκάδες πέρα
Το γλεντάν με τη φλογέρα.
Γαμπρός και νύφη στο χορό
Και όλο το συμπεθεριό ».
«Ποιος έλατος κρατάει νερό…»
Ποιος έλατος κρατάει νερό
Ποιος έλατος κρατάει νερό
Εκεί ψηλά στον Παρνασσό.
Εκεί ψηλά στον Παρνασσό.
Εκεί ψηλά στον Παρνασσό
Με στείλανε να πάω να πιω.
με στείλανε να πάω να πιω.
Με στείλανε να πάω να πιω
Γιατί έχω χρόνια δεν μπορώ.
Τι στέκεις λυπημένος
Εσύ ποτέ δεν ήσουνα κονιαροπατημένος.
Στα βράχια σου περπάτησα και ο Καραϊσκάκης
Πρέπει να το’ χεις καύχημα
Και περηφάνια να’ χεις».
Το παρακάτω τραγούδι διεσώθη από Αραχωβίτες τσοπάνηδες και αγωγιάτες που κουβαλούσαν άχυρα απ΄το Λιβάδι στην Αράχωβα. « Μεσοστρατίς, όταν σμίγαμε όλοι μαζί , παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού, τραγουδούσαμε επάνω στα μουλάρια».
Και μαραμένη κάθεσαι, βαρειά συγνεφιασμένη;
Να μη σε μάλωσε κανείς, να μη σε παραπήρε;
-Με μάλωσε ένας τσέλιγκας, ένας παληός σκουτέρης.
Στη βρύση πήγε για νερό, να πλύνη τις καρδάρες.
Εκεί νερό δεν βρέθηκε να πλύνη τις καρδάρες,
Ανάθεμά σε Λιάκουρα με τα πολλά τα χιόνια».
«Ανέβηκα στη Λιάκουρα»
Πασίγνωστο Δημοτικό χορευτικό τραγούδι.
«Ανέβηκα στη Λιάκουρα, μωρέ στη Λιάκουρα
Στο τρύπιο το λιθάρι, μωρέ το λιθάρι
Αχ να χαιρετήσω τη ζωή, πριν ο Θεός
Μωρέ με πάρει
Καμάρωσα μωρέ τα διάσελα
Τα πρώτα μου, μωρέ λημέρια
Αχ θυμήθηκα τα νιάτα μου
Αχ χειμώνες μωρέ καλοκαίρια
Αχ αγνάντεψα το Καλίδρομο
Τη Γκιώνα μωρέ χιονισμένη
Αχ πυκνή αντάρα σκέπασε
Τ’ Αντρούτσου το λημέρι
Αχ χαιρέτησα μωρέ τη θάλασσα
Εκεί μωρ’ Γαλαξείδι
Αχ και μια βαρκούλα που΄ ρχεται
Για το στερνό μωρέ ταξίδι»
«Ένα πουλάκι πράσινο, με πράσινα φτερούγια,
σ’ ένα κλαράκι λάλησε και τα βουνά αγναντεύει
τη Γκιώνα και τον Παρνασσό κι αυτές τις Καταβόθρες.
Βασιλοπούλα τ’ άκουσε και το καλοτυχαίνει:
— Καλότυχό μου, συ πουλί, με τη λαλίτσα πόχεις…».
Το τραγούδι του Σέμπρου
Κεραύνωσις πλουσίου τινός πλεονέκτου (τραγώδιον παλαιόν)
Κι ο Σέμπρος τα ‘ χει αθέριστα, σιτάρια και κριθάρια.
Κακή βουλή τον έβαλε, ‘ς τη Λιβαδειά να πάγη,
Πάγη να ‘ γκαλέσει τους πτωχούς, ταις χλιβεραίς ταις χήραις,
Στάχυα να μη μαζέψουνε, να μη σταχολογήσουν.
Κι όσαις χήραις τον άκουσαν, εκάθησαν και κλαίουν,
Το τι α φάγουν τα ορφανά, με τι θα ξεχειμάσουν.
Κι εις τον Θεόν εβόγγιξαν, όλοι πτωχοί και χήραις.
-Θεέ μ’ να τον κάψ’ αστραπή, να τον πυρώσ’ η λαύρα.
Το πρόσωπό σου να μη δη ‘ς την κόλαση να πάγη.
Θεός ‘ λυπήθη τους πτωχούς, κι έδειξε μέγα θαύμα.
Στον Παρνασσό μπουμπούνησε και εις το Παρόρι στράπτει,
Κ’ εις τον Αϊνικόλα ‘ς το πλευρό, καίει τον Σεμπρο-γιώργη ».
θα πάω να ξαποστάσω
και της καρδιάς μου τους καημούς
για λίγο να ξεχάσω,
κρασί απ' την Αράχωβα
θα πιώ για να μεθύσω
και μια παλιά αγάπη μου
να την ελησμονήσω ».
Προσπαθήσαμε, να καταγράψουμε όσα τραγούδια αναφέρονται στο χιλιοτραγουδισμένο Παρνασσό.
Καμιά έρευνα δε θεωρείται τελειωμένη, ωστόσο είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει την απαρχή για την περαιτέρω καταγραφή και διάσωση της μουσικής ζωντανής μας παράδοσης!
Και πιστεύουμε ότι η προσπάθειά μας θα βρει αρκετούς μιμητές!
• Προφορικές μαρτυρίες- καταγραφές Αραχωβιτών (έρευνα Γεωργίου Λ Οικονόμου, 2011).
• Arnoldus Passow: «Ρωμαίικα τραγούδια» Λειψία 1860. Ελληνική ανατύπωση, Αθήνα.
• Χρήστος Μαυρόπουλος «Κατακαημένη Αράχωβα», Α’ τόμος, Αράχωβα 1982
• Μέλπω Ο. Μερλιέ, « Τραγούδια της Ρούμελης», 1931
• Τάκης Λάππας: Η Αράχωβα του Παρνασσού, 1961 Αθήνα.
• Νικόλαος Πολίτης «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού 1975, Αθήνα.
• Fauriel Claude «Δημοτικά τραγούδια της συγχρόνου Ελλάδος» 1924 Παρίσι. Ελληνική επανέκδοση, Αθήνα 1955.
• Παπαθανασόπουλος Θανάσης, «Δημοτικά τραγούδια της Ρούμελης», Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001.
• Λουκάς Παπαλεξανδρής: Διάσωση αρχείου εφημ. ΑΣΤΥ, καταγραφή τραγουδιού Κλεφτοαρματωλού Δήμου Καλπούζου,
• Τάκης Λάππας, «Η κλεφτουριά της Ρούμελης και τα τραγούδια της». Εκδ. Ατλαντίς.
• Προφορικές μαρτυρίες - καταγραφές Αραχωβιτών, έρευνα Γεωργίου Λ. Οικονόμου 2011
• Passow Armoldus «Ρωμαίικα Τραγούδια» Λειψία 1860, Ελληνική ανατύπωση, Αθήνα.
• Τ. Λάππας «Στα ψηλώματα του Παρνασσού », Αθήνα 1937.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου