
των σταυραετών, των γκιώνηδων, της άσπρης γερακίνας,
να κρένω μ' όλα τα στοιχειά, κατεβατούς, βοριάδες,
και με τ' αγριολούλουδα του Παρνασσού στολίδια.


να λέπω τον Ελλήσποντο της Πόλης το μπουγάζι,
τον ήλιο με τα κάλλη του, σαν βγαίν' απ' τη φωλιά του.
σαν τον χτυπάει ο βοριάς και τα στοιχειά της φύσης,
πώς ταγιαντάει κι ύστερα με δίχως κλαπατάρια,
πώς σέρνει απ' τη ρίζα του στης μαύρης γης το χώμα.
την Άνοιξη σαν έρχονται από τα καμποχώρια,
πώς φτιάχνουν τα γιατάκια τους, πώς φτιάχνουν τα κονάκια,
πώς στένουνε τ' απόσκια τους, πώς στένουν τους σταλούς τους,
τσελιγκοπούλες λυγερές, πώς παίζουν στα ρουμάνια
μ' όμορφα τσελιγκόπουλα τα ξένοιαστα παιχνίδια.

να δω πώς πήζει το τυρί, πώς φτιάχνει ξηροτύρια,
πώς φτιάχνει με ξυνόγαλο τη νόστιμη μυτζήθρα.
πώς φτιάχνει κλειδοπίνακα και ξύλινες κουτάλες.

την τσελιγκίνα δίπλα του, τους γιους του τις νυφάδες,
πώς κάθεται στον έλατο μ' αγγόνια και ξαγγόνια,
και λέει τραγούδια κλέφτικα, κλέφτικα παραμύθια,
να μολογάει για στοιχειά, για λάμνιες για θηρία,
κι όλοι να ακουρμάζονται με πόθο και λαχτάρα.

και πώς όλοι πλαγιάζουνε στο μαλακό γιατάκι.
.jpg)
και να 'βλεπα και να 'λεγα, ποτέ να μην τα σώνω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου